Θέσεις ΟΣΕΚΔΥΠ-1ο Συνέδριο

ΘΕΣΕΙΣ ΟΣΕΚΔΥΠ-ΠΡΩΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

Το πρώτο συνέδριο της ΟΣΕΚΔΥΠ πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία τα δικαιώματα των εργαζόμενων και η Δημόσια Διοίκηση και  Εκπαίδευση έχουν πληγεί βάναυσα.

Ο ελληνικός λαός μετά από μια χρόνια εφαρμογή πολιτικών λιτότητας υφίσταται τη βίαιη περικοπή των εισοδημάτων του, τη διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, τη διάλυση των δημόσιων και κοινωνικών αγαθών και βιώνει εξαιρετικά υψηλά ποσοστά ανεργίας, ιδίως των νέων. Σε ό,τι αφορά  τα εργασιακά δικαιώματα πρέπει να τονίσουμε ότι αποδομούνται δικαιώματα  που αποτέλεσαν τον καρπό μακρόχρονων αγώνων και σταδιακά δημιουργείται -και στον Δημόσιο Τομέα- ένα νέο εργασιακό ήθος άκρατου ανταγωνισμού, χωρίς σεβασμό στις διαδικασίες και την προσωπικότητα των υπαλλήλων.

Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τις επιπτώσεις των πολιτικών των μνημονίων θα θέλαμε να αναφέρουμε τα εξής: με όχημα τη μείωση των δαπανών στον δημόσιο τομέα επήλθε πάγωμα των μισθών, οριζόντια περικοπή αποδοχών (περικοπές που έπληξαν σε μεγαλύτερο βαθμό τους υπαλλήλους με λίγα έτη υπηρεσίας), κατάργηση του 13ου και 14ου μισθού και επιβολή του ενιαίου μισθολογίου στη λογική της εξίσωσης προς τα κάτω. Παράλληλα, επιβλήθηκαν μεγάλες περικοπές στις συντάξεις, μειώθηκε δραματικά το ΕΦΑΠΑΞ και αυξήθηκαν τα συνταξιοδοτικά όρια ηλικίας.

Τα μέτρα αυτά έπληξαν γενικότερα τον Δημόσιο Τομέα, τα αποτελέσματα όμως της υποχρηματοδότησης έγιναν πιο εμφανή στους δύο εμβληματικούς για την κοινωνία τομείς: στην Υγεία και στην Παιδεία. Στην Υγεία ανέκυψαν θέματα προσωπικού, μειώθηκε ο αριθμός των κλινών στα δημόσια νοσοκομεία και κυρίως αυξήθηκαν τα χρήματα που καταβάλουν οι ασφαλισμένοι για την πρόσβαση στις ιατρικές υπηρεσίες, την εκτέλεση των διαγνωστικών εξετάσεων και τη φαρμακευτική αγωγή. Σε ό,τι αφορά την Εκπαίδευση ενδεικτικά αναφέρουμε ότι προκειμένου να γίνει εξοικονόμηση προσωπικού αυξήθηκε: α) ο αριθμός των μαθητών ανά τμήμα στους τριάντα και γίνονται μετακινήσεις μαθητών σε άλλα σχολεία για να μη δημιουργούνται μικρότερα τμήματα β) το διδακτικό ωράριο κατά δυο ώρες εβδομαδιαίως –στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση- με αποτέλεσμα πολλοί εκπαιδευτικοί να χαρακτηρίζονται υπεράριθμοι στην περιοχή τους και να κινδυνεύουν με αναγκαστικές μετακινήσεις, επιλογές που συντελούν στην υποβάθμιση της Δημόσιας Εκπαίδευσης.  Έχουν, επίσης, σταματήσει εντελώς οι μόνιμοι διορισμοί στην εκπαίδευση με αποτέλεσμα να παγιώνεται ένα ιδιότυπο εργασιακό καθεστώς  για τους αναπληρωτές εκπαιδευτικούς και να μην διαθέτουν τα σχολεία το μόνιμο διδακτικό προσωπικό που χρειάζονται στην έναρξη ή/και κατά τη διάρκεια της σχολικής χρονιάς.

Παράλληλα, και ιδίως τον τελευταίο καιρό, κυοφορούνται γεωπολιτικές εξελίξεις στην ευρύτερη περιοχή  και υφέρπουν επικίνδυνες για τα εθνικά μας θέματα εντάσεις, καταστάσεις που εντείνουν περαιτέρω το κλίμα ανασφάλειας που δημιούργησε η οικονομική κρίση.  Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι αφενός η υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής του ελληνικού λαού και αφετέρου η εμπέδωση ενός κλίματος ηττοπαθούς αποδοχής της κατάστασης, χωρίς την προοπτική μιας πραγματικά  εναλλακτικής πολιτικής πρότασης.

Στο πλαίσιο αυτό το συνδικαλιστικό κίνημα καλείται να διεκδικήσει ξανά έναν ουσιαστικό ρόλο στη συνείδηση των εργαζομένων ανατρέποντας την τάση απαξίωσής του, ακόμη και εάν αυτή μπορεί να θεωρηθεί εν μέρει δικαιολογημένη κυρίως λόγω της χρησιμοποίησης του συνδικαλισμού για κομματική αναρρίχηση. Με δεδομένο ότι τα συνδικάτα αποτελούν ουσιαστικό πυλώνα της δημοκρατίας, οφείλουν να ανταποκριθούν στα πιεστικά αιτήματα των καιρών, συμβάλλοντας στο χτίσιμο μιας συλλογικής συνείδησης στον εργασιακό χώρο. Χρειάζεται, αφού αναγνωρίσουν τις αδυναμίες και τις αγκυλώσεις του συνδικαλισμού, να δώσουν στους εργαζόμενους μια προοπτική ουσιαστικής έκφρασης και αντιπροσώπευσής τους μέσα από αυτόν.

Η ΟΣΕΚΔΥΠ, εκπροσωπώντας τους διοικητικούς υπαλλήλους των κεντρικών δομών του Υπουργείου Παιδείας, φιλοδοξεί:

Α) να διαδραματίσει έναν πρωτοποριακό ρόλο στον χώρο της εκπαίδευσης, εγκαινιάζοντας μακρόπνοες συνεργασίες με τα λοιπά δευτεροβάθμια συνδικαλιστικά όργανα του χώρου καθώς και τα δευτεροβάθμια συνδικαλιστικά όργανα των εκπαιδευτικών (με δεδομένο ότι υπηρετούμε όλοι μαζί την παιδεία από διαφορετικούς αλλά συγκλίνοντες ρόλους)

Β) να επιδιώξει την  ενότητα στον χώρο των διοικητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Παιδείας στη βάση των αξιών και όχι στη βάση των συντεχνιακών συμφερόντων συγκεκριμένων ομάδων, με σεβασμό σε όλα τα πρωτοβάθμια σωματεία ανεξαρτήτως της αριθμητικής τους δύναμης.

Σε ό,τι αφορά το  θέμα της ίδρυσης της ΟΣΕΚΔΥΠ,  επισημαίνεται ότι η συνδικαλιστική ελευθερία κατοχυρώνεται όχι μόνον ως θετική αλλά και ως αρνητική, ως το δικαίωμα δηλαδή του ατόμου να μην προσχωρήσει σε καμία συνδικαλιστική οργάνωση, ή να μην προσχωρήσει σε μια συγκεκριμένη συνδικαλιστική οργάνωση, ή και να αποχωρήσει από μία συνδικαλιστική οργάνωση.

Στην εξώθηση σε αποχώρηση από ομοσπονδία -που ουσιαστικά εκπροσωπούσε μόνον τους περιφερειακούς υπαλλήλους του Υπουργείου- συνέβαλε, όπως είναι γνωστό, καθοριστικά η στάση της ηγεσίας της στο θέμα του νέου Ενιαίου Οργανισμού του Υπουργείου Παιδείας. Σε πλήρη αντίθεση προς κάθε έννοια ενότητας, η ομοσπονδία αυτή μεθόδευσε συστηματικά την κατάργηση του οργανισμού της ΚΥ του Υπουργείου Παιδείας,  ενάντια στους σκοπούς της. Αντιμετώπισε τον χώρο της ΚΥ ως έναν μικρό αριθμητικά χώρο, αγνοώντας επιδεικτικά τον επιτελικό της χαρακτήρα και τους  υπαλλήλους της. Λειτούργησε στην πράξη ως εκπρόσωπος μίας μόνον μερίδας υπαλλήλων, προωθώντας ξεκάθαρα συντεχνιακά συμφέροντα.

Με τη δική της υποστήριξη  προχώρησε η πολιτική ηγεσία στον νέο ενιαίο οργανισμό, που δεν δημιουργήθηκε για να αναβαθμίσει τη δομή και τις υπηρεσίες του Υπουργείου αλλά αντιθέτως αποτελεί μια αναποτελεσματική οργανωτική δομή, με ισοπεδωτικό χαρακτήρα, που θα προκαλέσει πολλές διοικητικές δυσλειτουργίες. Ιδίως για την ΚΥ,  ο νέος οργανισμός, οδήγησε στην κατάργηση της αυτοτέλειάς της και ανοίγει τον δρόμο για αυθαίρετες μετακινήσεις του προσωπικού ανά την επικράτεια (τόσο της ΚΥ όσο και των υπαλλήλων των περιφερειακών υπηρεσιών) -ίσως και με πρόσχημα της ανάληψη θέσεων ευθύνης- προκαλώντας στους υπαλλήλους κλίμα φόβου και ανασφάλειας. Σε περιόδους δε δημοσιονομικής λιτότητας δημιουργήθηκε έναν οργανισμός, που εκτινάσσει αναίτια το κόστος λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών του Υπουργείου.

Συνεπώς όταν ένα δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο δεν λειτουργεί δικαιοκρατικά, δεν σέβεται τις θέσεις των πρωτοβάθμιων οργανώσεων, λαμβάνει συντεχνιακές αποφάσεις ενάντια στους σκοπούς των πρωτοβάθμιων συνδικαλιστικών σωματείων, και δρα βασιζόμενο στην αριθμητική υπεροχή, ως εκπρόσωπος μίας μόνο προνομιακής μερίδας των μελών του και όχι του συνόλου, τότε θεωρούμε ότι οφείλουν οι εργαζόμενοι και τα πρωτοβάθμια σωματεία να αντισταθούν στον εκφυλισμό του συνδικαλισμού. Εάν τα σωματεία υποτάσσονταν σε τέτοιες λογικές  θα νομιμοποιούσαν μια εκδοχή ενός υποχρεωτικού συνδικαλισμού που φτάνει στα όρια του συνδικαλιστικού ιμπεριαλισμού και της συνδικαλιστικής βαρονίας.

Θεωρούμε ότι τα σωματεία και οι υπάλληλοι έχουν χρέος να υπερασπίζονται τα δίκαια και λογικά αιτήματά τους και επιβεβλημένο να ασκούν το δικαίωμά τους στη συνδικαλιστική ελευθερία.

Έχοντας, όμως, παράλληλα συνείδηση της ανάγκης να υφίστανται ισχυρές συνδικαλιστικές οργανώσεις ώστε να διεκδικούνται πιο αποτελεσματικά τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων αλλά και να διασφαλίζεται η ελευθερία και η δημοκρατία συνολικότερα, θα επιδιώξουμε την συνένωση όλων των δυνάμεων της εργασίας στον χώρο των διοικητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Παιδείας –χώρο που ούτως ή άλλως δεν ήταν ενωμένος και πολύ πριν την ίδρυση της ΟΣΕΚΔΥΠ- και θα εργαστούμε συστηματικά προς την κατεύθυνση αυτή. Παράλληλα θέλουμε να  παράγουμε και έναν ουσιαστικό λόγο για τα θέματα της Δημόσιας Διοίκησης και της Εκπαίδευσης και να εμπλακούμε σε διάλογο γύρω από τα θέματα αυτά.

Σε ό,τι αφορά την Παιδεία, υπογραμμίζουμε τη βαθιά μας πίστη στην ιδέα ότι αποτελεί τη μόνη απάντηση στη γενικευμένη κρίση που διέρχεται η χώρα. Αντιλαμβανόμαστε την ανάγκη μιας ποιοτικής αναβάθμισής της και έχουμε πλήρη συνείδηση του ρόλου που καλούμαστε να διαδραματίσουμε. Είμαστε επιφορτισμένοι με την ευθύνη να υπηρετούμε όλους τους συνταγματικά κατοχυρωμένους σκοπούς της Παιδείας και να υπερασπιζόμαστε τον ρόλο και την αποστολή του Υπουργείου στην πληρότητά τους. Παραμένουμε προσηλωμένοι στον δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Εξακολουθούμε να υποστηρίζουμε σθεναρά το πάγιο αίτημα να αυξηθούν οι δαπάνες για την Παιδεία και να γίνουν οι απαραίτητοι διορισμοί διοικητικών υπαλλήλων και εκπαιδευτικών.

Σε ό,τι αφορά τη Δημόσια Διοίκηση,δίνουμε ιδιαίτερη έμφαση στα εξής θέματα:

  • ΜΟΝΙΜΟΤΗΤΑ: για το θέμα των συνταγματικά κατοχυρωμένων μόνιμων σχέσεων εργασίας στον Δημόσιο Τομέα τις θεωρούμε, ιδίως σε συνθήκες πολιτικής και οικονομικής κρίσης,  πιο αναγκαίες από ποτέ καθώς η Δημόσια Διοίκηση δεν έχει επιτύχει τον απεγκλωβισμό της από τις κομματικές εξαρτήσεις.

Πιστεύουμε  ότι οποιαδήποτε συζήτηση  περί άρσης της μονιμότητας  έχει ως στόχο να διαλύσει τις εργασιακές συνθήκες στον Δημόσιο Τομέα και να δημιουργήσει ένα καθεστώς πειθήνιων υπαλλήλων που θα εργάζονται υπό συνθήκες φόβου και δεν θα τολμούν  να προασπίζονται  το δημόσιο συμφέρον.

Επισημαίνουμε δε την πλήρη αντίθεσή μας στην καθιέρωση ευέλικτων μορφών απασχόλησης στον Δημόσιο Τομέα,  πρακτική που στην ουσία έχει οδηγήσει σε έμμεση άρση της μονιμότητας, σε ομηρία των εργαζομένων και σε υποβάθμιση της λειτουργίας της Δημόσιας Διοίκησης και Εκπαίδευσης.

  • ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ: απαιτούμε να υπάρξουν οι θεσμικές διαδικασίες για την ανάδειξη των ικανοτέρων ώστε να επωφεληθούν τόσο η Δημόσια Διοίκηση όσο και η κοινωνία.

Είμαστε αντίθετοι σε προσχηματικές αξιολογήσεις κατά τις οποίες καταλήγουμε να αξιολογούνται ουσιαστικά μόνον οι απλοί υπάλληλοι από συναδέλφους τους που δεν κατέλαβαν θέσεις ευθύνης αξιοκρατικά.

Καταγγέλλουμε την τακτική των απευθείας αναθέσεων καθηκόντων προϊσταμένων με υπουργικές αποφάσεις, χωρίς αντικειμενική αξιολόγηση ούτε των τυπικών ούτε των ουσιαστικών προσόντων. Επισημαίνουμε ότι τα τελευταία χρόνια δεν έχει γίνει καμία διαδικασία τοποθέτησης προϊσταμένων μέσω κρίσεων των Υπηρεσιακών Συμβουλίων και έτσι έχουν δημιουργηθεί άτυπα δύο ταχύτητες υπαλλήλων: εκείνοι που χωρίς καμία αντικειμενική διαδικασία κατέλαβαν θέσεις ευθύνης (γεγονός που σε πολλές περιπτώσεις δεν αναιρεί το γεγονός ότι ορισμένοι συνάδελφοι είναι πραγματικά άξιοι για τον ρόλο αυτό) και εκείνοι που δεν ενεπλάκησαν στην αδιαφανή αυτή διαδικασία, με κίνδυνο μελλοντικά να υστερούν σε μοριοδότηση σε σχέση με συναδέλφους που με λιγότερα έτη υπηρεσίας ή προσόντα κατέλαβαν θέσεις ευθύνης.

Ως εκ τούτου, θεωρούμε ότι πρέπει να μοριοδοτείται μόνον -και ως ενός ορίου- η άσκηση καθηκόντων, όταν η ανάθεση έχει γίνει μέσω κρίσεων, όχι μόνον για να παρέχονται ίσες ευκαιρίες στους υπαλλήλους αλλά και για να σταματήσει ο φαύλος κύκλος των κομματικών εξαρτήσεων και να  μπορεί η διοίκηση να ασκεί τον ρόλο της με αξιοπρέπεια,  χωρίς να λειτουργεί ως φερέφωνο της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας.

 

  • ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΚΑΙ ΚΛΙΜΑ:

Τα τελευταία χρόνια στον Δημόσιο Τομέα, με αφορμή την οικονομική κρίση, επιδεινώθηκαν οι εργασιακές συνθήκες και το εργασιακό  κλίμα εν γένει. Δημιουργήθηκε μια κουλτούρα ανταγωνισμού και  ανασφάλειας, γεγονός που όχι μόνο δεν προσέδωσε καμία προστιθέμενη αξία στη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης αλλά αντιθέτως υπονόμευσε τη διάθεση συνεργασίας και μείωσε δραματικά την ικανοποίηση των υπαλλήλων από την εργασία τους.

Σε αυτό συνέβαλε αποφασιστικά η προσπάθεια εφαρμογής αξιολόγησης με ποσοστώσεις που –όπου εφαρμόστηκε- οδήγησε σε κατάφωρες αδικίες και σε βάρος ικανότατων υπαλλήλων και έδωσε κατ’ ουσίαν υπερεξουσίες στους προϊσταμένους-αξιολογητές. Σε συνδυασμό δε με την αύξηση των επιδομάτων θέσης ευθύνης σε περίοδο οικονομικής κρίσης καθώς και με την τοποθέτησή τους με υπουργικές αποφάσεις -και όχι μέσω κρίσεων των Υπηρεσιακών Συμβουλίων, βάθυνε άνισα το χάσμα ανάμεσα σε προϊσταμένους και υπαλλήλους.

Παράλληλα επισημαίνουμε και έναν ιδιότυπο ρόλο που αναλαμβάνουν ενίοτε οι συνεργάτες της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας. Άνθρωποι που δεν έχουν συνήθως καμία ουσιαστική σχέση με το αντικείμενο εργασίας και που δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη επισήμως δίνουν άτυπα προφορικές εντολές σε προϊσταμένους και υπαλλήλους, χωρίς  σεβασμό στην προσωπικότητα και τη διαδρομή τους ούτε και στις διοικητικές διαδικασίες.

Σήμερα σε αρκετές Δημόσιες Υπηρεσίες οι υπάλληλοι όχι μόνον δεν είναι ικανοποιημένοι από την εργασία τους (δηλαδή από τις αμοιβές, τις δυνατότητες για επαγγελματική ανάπτυξη, το εργασιακό ήθος, τις συνθήκες υγιεινής και ασφάλειας στους χώρους εργασίας, κτλ) αλλά σε κάποιες περιπτώσεις φτάνουν και στα όρια της επαγγελματικής εξουθένωσης.

Επισημαίνουμε την ανάγκη δημιουργίας ενός κλίματος εμπιστοσύνης, σεβασμού και αναγνώρισης των υπαλλήλων προκειμένου να μπορέσουμε να εργαστούμε αποδοτικά. Ο Δημόσιος Τομέας διαθέτει σήμερα υψηλών προσόντων προσωπικό, το οποίο οφείλει να αξιοποιήσει κατάλληλα.

Σε ό,τι αφορά τη σύγκριση με τις συνθήκες εργασίας στον Ιδιωτικό Τομέα, που προβάλλεται συχνά ως επιχείρημα σε κάθε σχετική συζήτηση, θεωρούμε ότι η απάντηση είναι να παλέψουμε από κοινού για τη βελτίωση των εργασιακών συνθηκών, χωρίς να μπαίνουμε σε κοινωνικό αυτοματισμό. Οι εργαζόμενοι στον Ιδιωτικό Τομέα δεν έχουν να κερδίσουν από την επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων στον Δημόσιο Τομέα. Η σχέση μας δεν είναι ανταγωνιστική. Επιδείνωση των σχέσεων εργασίας στον Δημόσιο Τομέα συνεπάγεται αυτόματα και επιδείνωση των εργασιακών σχέσεων στον Ιδιωτικό Τομέα και αντιστρόφως.

 

 

 

Βασικός μας στόχος είναι η συνένωση όλων των υγιών δυνάμεων του χώρου και η δημιουργία μιας συλλογικής δυναμικής που δεν θα περιορίζεται μόνον στη διεκδίκηση των κλασικών συνδικαλιστικών αιτημάτων. Επιδιώκουμε η ατζέντα και οι πρακτικές μας, που θα εκφράζονται με σταθερότητα και συνέπεια, να συναντήσουν τις ανάγκες των υπαλλήλων και να τους κινητοποιήσουν.

 

 

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ:

  • ΑΞΙΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΣ ΕΡΓΑΣΙΑΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ
  • ΑΥΞΗΣΗ ΜΙΣΘΩΝ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ
  • ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΟΥ ΕΠΙΤΕΛΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΓΙΑ ΑΥΤΟΤΕΛΕΙΑ ΤΩΝ ΚΕΝΤΡΙΚΩΝ ΔΟΜΩΝ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΠΑΙΔΕΙΑΣ
  • ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΚΟΥΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΕΝΤΡΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ ΤΟΥ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ
  • ΣΥΣΤΑΣΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΓΙΑ ΚΑΘΕ ΥΠΗΡΕΣΙΑ