2ο Συνέδριο – ΨΗΦΙΣΜΑΤΑ

 ΨΗΦΙΣΜΑ 1: ΜΙΣΘΟΙ-ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ

 Με αφορμή την πρόσφατη απόφαση του ΣτΕ  που έκρινε συνταγματικές τις περικοπές του 13ου και 14ου μισθού των Δημοσίων Υπαλλήλων και ενώ το ΣΤ΄ Τμήμα τις είχε κρίνει ως αντισυνταγματικές, με αποτέλεσμα χιλιάδες Δημόσιοι Υπάλληλοι να προσφύγουν στα δικαστήρια για τη διεκδίκησή τους, τονίζουμε ότι θα πρέπει να δοθεί μια ξεκάθαρη οριστική λύση στο θέμα αυτό, και να αντιμετωπιστεί με σοβαρότητα τόσο από την Κυβέρνηση όσο και από την αντιπολίτευση στο σύνολό της.

Οι μισθοί των Δημοσίων Υπαλλήλων υπέστησαν υψηλές περικοπές κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης τη στιγμή που αυξήθηκε κατακόρυφα και η φορολόγηση. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει τους υπαλλήλους σε οικονομική ασφυξία παρότι σύμφωνα με τον νόμο, ο μισθός έχει σκοπό την αξιοπρεπή διαβίωση του υπαλλήλου.  

Προκειμένου να διασφαλίζεται η αξιοπρεπής αυτή διαβίωση, είναι απαραίτητη, στο μέτρο του εφικτού, η σταδιακή αύξηση των μισθών δικαιοκρατικά με ταυτόχρονη μείωση της εξοντωτικής φορολογίας ώστε να διασφαλιστούν όχι μόνον οι υλικές συνθήκες του βίου αλλά και η δυνατότητα των υπαλλήλων για επαγγελματική και γενικότερη ανάπτυξη.

Επισημαίνουμε ότι μια τέτοια κίνηση επιβάλλεται για δύο λόγους:

  •  πρώτον σε συμβολικό επίπεδο ως μια μορφή αποκατάστασης για την στοχοποίηση που υπέστησαν οι Δημόσιοι υπάλληλοι προκειμένου να δικαιολογηθεί η οικονομική τους υποβάθμιση και προκειμένου να δείξει η πολιτεία ότι αναγνωρίζει και επιβραβεύει τους υπαλλήλους εκείνους που παρά το γενικότερο κλίμα κατάρρευσης κράτησαν, στο βαθμό που τους επέτρεψαν οι συνθήκες, όρθιο τον κρατικό μηχανισμό, εδραιώνοντας έτσι ένα υψηλό φρόνημα
  • δεύτερον, για να αποδείξει η πολιτεία ότι θέλει έναν Δημόσιο Τομέα υψηλής λειτουργικότητας, που θα παρέχει επαγγελματικές ευκαιρίες και κύρος, θα εμπνέει τους υφιστάμενους υπαλλήλους να το υπηρετούν, θα κρατήσει το υψηλών προσόντων προσωπικό του αλλά και θα προσελκύσει τους ικανότερους νεότερους ανθρώπους.

Τέλος, σε ό,τι αφορά τις συντάξεις τονίζουμε ότι θα πρέπει να διασφαλιστεί ένα σταθερό πλαίσιο σε ό,τι αφορά τόσο τις προϋποθέσεις για τη συνταξιοδότηση όσο και το οικονομικό τους ύψους που θα διασφαλίζει την αξιοπρεπή διαβίωση, ώστε να μπορούν οι εργαζόμενοι να προγραμματίζουν τη ζωή τους και να μη γίνονται τα θέματα αυτά εργαλεία μικροπολιτικού χειρισμού από την εκάστοτε κυβέρνηση.

   

ΨΗΦΙΣΜΑ 2: ΔΙΑΛΟΓΟΣ

Τα τελευταία χρόνια, στον χώρο του Υπουργείου Παιδείας, και με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τον τρόπο που σχεδιάστηκε και επιβλήθηκε ο νέος ενιαίος οργανισμός καταμαρτυρείται μια άρνηση της πολιτικής ηγεσίας μα μπει σε ουσιαστικό διάλογο με τους υπαλλήλους και τους εκπροσώπους τους για θέματα του χώρου.

 Θεωρούμε πως είναι απαραίτητο να ανοίξει ξανά ένας διάλογος με την πολιτική ηγεσία για μια σειρά θεμάτων του χώρου (δημιουργία αυτοτελών και λειτουργικών οργανισμών, διενέργεια κρίσεων για τις θέσεις προϊσταμένων, εδραίωση κλίματος αξιοκρατίας, βελτίωση του εργασιακού περιβάλλοντος και κλίματος) ώστε να μπορέσουν από κοινού η Διοίκηση και η Πολιτική Ηγεσία να δημιουργήσουν τις συνθήκες που θα επιτρέψουν στον χώρο να υπηρετήσει αποτελεσματικότερα την Παιδεία και το δημόσιο συμφέρον.

Ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά τη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης, όπως είχαμε επισημάνει και στις Θέσεις της Ομοσπονδίας μας στο Πρώτο Συνέδριο μας, δίνεται έμφαση σε τρεις τομείς:

Α) στην  μονιμότητα: για το θέμα των συνταγματικά κατοχυρωμένων μόνιμων σχέσεων εργασίας στον  Δημόσιο Τομέα  τις θεωρούμε, ιδίως σε συνθήκες πολιτικής και οικονομικής κρίσης,  πιο αναγκαίες από ποτέ καθώς η Δημόσια Διοίκηση δεν έχει επιτύχει τον απεγκλωβισμό της από τις κομματικές εξαρτήσεις.

Β) στην αξιοκρατία: Είμαστε αντίθετοι σε προσχηματικές αξιολογήσεις κατά τις οποίες καταλήγουμε να αξιολογούνται ουσιαστικά μόνον οι απλοί υπάλληλοι από συναδέλφους τους που δεν κατέλαβαν θέσεις ευθύνης αξιοκρατικά. Καταγγέλλουμε την τακτική των απευθείας αναθέσεων καθηκόντων προϊσταμένων με υπουργικές αποφάσεις χωρίς αντικειμενική αξιολόγηση ούτε των τυπικών ούτε των ουσιαστικών προσόντων.

Γ) στις εργασιακές συνθήκες: Επισημαίνουμε την ανάγκη  δημιουργίας ενός κλίματος εμπιστοσύνης, σεβασμού και αναγνώρισης των υπαλλήλων, προκειμένου να μπορέσουμε να εργαστούμε αποδοτικά. Ο Δημόσιος Τομέας διαθέτει σήμερα υψηλών προσόντων προσωπικό, το οποίο οφείλει να αξιοποιήσει κατάλληλα.

 

 ΨΗΦΙΣΜΑ 3: ΕΝΟΤΗΤΑ ΧΩΡΟΥ

 Το γεγονός ότι η ΟΣΕΚΔΥΠ δημιουργήθηκε, κατόπιν της αποχώρησής μας από δευτεροβάθμιο συνδικαλιστικό όργανο -αποχώρηση στην οποία και εξωθηθήκαμε λόγω της συντεχνιακής και μικρόνους στάσης της ηγεσίας της-  δεν σημαίνει ότι δεν έχουμε συνείδηση της ανάγκης για ουσιαστική ενότητα στον χώρο των διοικητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Παιδείας.

Γνωρίζουμε ότι χρειάζεται να υφίστανται ισχυρές  συνδικαλιστικές οργανώσεις ώστε να διεκδικούνται πιο αποτελεσματικά τα δίκαια αιτήματα των εργαζομένων αλλά και να διασφαλίζεται η ελευθερία και η δημοκρατία συνολικότερα,  και στον βαθμό που μας αναλογεί, θα επιδιώξουμε την συνένωση όλων των δυνάμεων της εργασίας στον χώρο των διοικητικών υπαλλήλων του Υπουργείου Παιδείας –χώρο που ούτως ή άλλως δεν ήταν ενωμένος και πολύ πριν τη δημιουργία της ΟΣΕΚΔΥΠ.

Θεωρούμε ότι η άσκηση της συνδικαλιστικής ελευθερίας όταν παρουσιάζονται φαινόμενα εκφυλισμού του συνδικαλισμού είναι επιβεβλημένη προκειμένου να αναπτυχθεί ένας υγιής συνδικαλισμός που θα παίξει ένας ουσιαστικό ρόλο για τους εργαζομένους και θα αποτελέσει μια ουσιαστική και αξιοπρεπή έκφρασή τους. Η ΟΣΕΚΔΥΠ φιλοδοξεί να αποτελέσει μια τέτοια φωνή που θα εκκινήσει τον διάλογο για μια ουσιαστική ενότητα στον χώρο στη βάση των αξιών και όχι με αποκλειστικό γνώμονα την αριθμητική υπεροχή.

 

Τη στιγμή αυτή η ΟΣΕΚΔΥΠ απαρτίζεται από  μόνο δύο πρωτοβάθμια σωματεία: τον Σύλλογο Υπαλλήλων της ΚΥ του Υπουργείου Παιδείας και τον Σύλλογο Διοικητικού Προσωπικού της Ακαδημίας Αθηνών. Δεν θεωρούμε, όμως, ότι ο μικρός αριθμός μελών αποτελεί ανυπέρβλητο μειονέκτημα καθώς δίνουμε έμφαση στην ποιότητα του παραγόμενου συνδικαλιστικού λόγου και πρακτικών.  Εξάλλου ο Σύλλογος της ΚΥ του Υπουργείου Παιδείας ενσωματώνει  όχι μόνο μια  σειρά από προηγούμενα πρωτοβάθμια σωματεία, όπως της Νέας Γενιάς, της Δια Βίου Μάθησης, του Οργανισμού Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, του ΟΕΕΚ, αλλά και πολλούς μεταταγμένους εκπαιδευτικούς,  όντας έτσι ένα φύσει πολυσυλλεκτικό και δυναμικό σωματείο. 

 

Το γεγονός, όμως, ότι μέχρι στιγμής δεν είχαμε επίσημα αιτηθεί την ένταξή μας στην ΑΔΕΔΥ έκανε διστακτικά κάποια πρωτοβάθμια σωματεία, με τα οποία ήμασταν σε διάλογο, να συμπορευτούν μαζί μας. Για τον λόγο αυτό αλλά και για την περαιτέρω εδραίωση της ΟΣΕΚΔΥΠ, αποφασίσαμε να υποβάλλουμε αίτημα εγγραφής στην ΑΔΕΔΥ, προκειμένου, μέσω της παρουσίας και της δράσης μας στους κόλπους της, να δουλέψουμε για να ανοίξει ένας πραγματικός διάλογος με τον όλο χώρο των διοικητικών υπαλλήλων του Υπουργείου σε μια πιο ισότιμη βάση.